Print Friendly, PDF & Email

Οι αφανείς της δεκαετίας του 1940

Πολυμέρης Βόγλης
καθηγητής Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

 

Τασούλα Βερβενιώτη, Οι άμαχοι του ελληνικού εμφυλίου. Η δυναμική της μνήμης, Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2021, σελ. 648

H Τασούλα Βερβενιώτη με το εν λόγω βιβλίο στρέφει την προσοχή της στους «αφανείς» της δεκαετίας του 1940, τους άμαχους. Όπως και στα προηγούμενα έργα της, έτσι και σε αυτό, ασχολείται με την κοινωνική εμπειρία εκείνης της δεκαετίας. Στο επίκεντρο της μελέτης βρίσκεται ο κόσμος της υπαίθρου, για να μας υπενθυμίσει με αυτόν τον τρόπο, ότι ο εμφύλιος ήταν ένας πόλεμος της υπαίθρου: εκεί έγιναν οι μάχες, οι αγρότες ήταν αυτοί που συμμετείχαν στη μια ή την άλλη πλευρά. Μας υπενθυμίζει επίσης ότι η Ελλάδα τη δεκαετία του 1940 ήταν μια αγροτική χώρα, καθώς ο μισός πληθυσμός ζούσε και εργαζόταν στην ύπαιθρο. Το «εύρημα» του βιβλίου είναι ότι επιλέγει να μιλήσει για τον Εμφύλιο μέσα από το παράδειγμα του χωριού Καταφύγι στα Άγραφα. Ταυτόχρονα, όμως, το χωριό Καταφύγι είναι μια επινόηση, όπως η ίδια γράφει στον πρόλογο, καθώς οι ιστορίες του χωριού και των ανθρώπων από το Καταφύγι διαπλέκονται με άλλες ιστορίες άλλων ανθρώπων και χωριών από τη Ρούμελη, την Πελοπόννησο, την Ήπειρο, τη Μακεδονία. Μέσα από το βιβλίο βλέπουμε με ποιους τρόπους η ζωή των ανθρώπων του ορεινού χώρου μπλέκεται στη δίνη των πολέμων της δεκαετίας του 1940 και αλλάζει δραματικά και ριζικά εξαιτίας τους.

Η αφήγηση κινείται σε τρία επίπεδα: το πρώτο είναι η μακροϊστορική οπτική, δηλαδή το ιστορικό πλαίσιο των γεγονότων και των εξελίξεων στην Ελλάδα, ο δεύτερος είναι η εμπειρία των αλλαγών που φέρνει η Κατοχή, η Αντίσταση και, κυρίως, ο Εμφύλιος στην ζωή των ανθρώπων, και ο τρίτος είναι η μνήμη, η προσπάθεια των ανθρώπων να εξηγήσουν και να νοηματοδοτήσουν αυτές τις αλλαγές μέσα από τις μαρτυρίες τους, γραπτές και κυρίως προφορικές. Παράλληλα, η ανάλυση ξεδιπλώνεται σε τρεις άξονες: ο πρώτος είναι οι κοινωνίες του ορεινού χώρου, ο δεύτερος είναι η τοπικότητα και ο τρίτος είναι οι μετακινήσεις.

Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου ανασυντίθεται ο κόσμος των ορεινών κοινοτήτων, ένας κόσμος ιδιαίτερα δύσκολος εκείνη την εποχή, γεμάτος στερήσεις. Πρόκειται για τον κόσμο της σκληρής, χειρωνακτικής εργασίας και των αυστηρών παραδοσιακών κανόνων, που ζει και υπάρχει σε μια διακριτή απόσταση και διαφορά από τον κόσμο των πόλεων. Είναι εύκολο και συνηθισμένο να προσεγγίζει κανείς τον κόσμο αυτόν με νοσταλγία και εξιδανικευτικά. Η Βερβενιώτη γνωρίζει την παγίδα και παίρνει αποστάσεις από μια τέτοια προσέγγιση αναδεικνύοντας τις σχέσεις εξουσίας και ιεραρχίας που υπάρχουν στις ορεινές κοινότητες, οι οποίες βασίζονται στην κοινωνική τάξη, την ηλικία και το φύλο. Την ενδιαφέρουν περισσότερο οι διαιρέσεις και οι αντιθέσεις που «κρύβει» η τοπική κοινωνία οι οποίες δεν είναι αυτές που συνήθως απασχολούν την ιστοριογραφία. Η ιστοριογραφία της δεκαετίας του 1940 έχει ασχοληθεί αρκετά με την κοινωνική και πολιτισμική γεωγραφία της Μακεδονίας για να δείξει τις αντιθέσεις μεταξύ Σλαβομακεδόνων και Ελλήνων, προσφύγων και ντόπιων. Στην περίπτωση όμως της ορεινής Θεσσαλίας τέτοιες εθνοτικές αντιθέσεις όταν υπάρχουν (για παράδειγμα σε ότι αφορά τους Βλάχους) είναι δευτερεύουσες. Αυτό επιτρέπει στην συγγραφέα να αναδείξει καλύτερα τις έμφυλες και κοινωνικές διαφορές και τον τρόπο που αυτές μετατρέπονται σε αντιθέσεις σε καιρό πολέμου.

Οι ίδιες διαφορές πριν από το 1940 δεν είναι εκρηκτικές ή απειλητικές για τη συνοχή της κοινότητας γιατί αντισταθμίζονται και εξισορροπούνται από την τοπικότητα η οποία είναι και ο δεύτερος άξονας της ανάλυσης. Εάν κάτι αναδεικνύεται έντονα στο βιβλίο της Βερβενιώτη είναι ότι το βασικό συνεκτικό στοιχείο των ορεινών κοινοτήτων είναι η τοπικότητα. Οι δεσμοί αλληλεγγύης και συγγένειας, η ατομική και συλλογική ταυτότητα, τα δίκτυα και οι συναλλαγές, η κουλτούρα και η οικονομία καθορίζονται από την τοπικότητα. Επιπλέον, η τοπικότητα εντείνεται στη διάρκεια της Κατοχής λόγω του κατακερματισμού της επικράτειας από τις δυνάμεις του Άξονα. Από την άλλη πλευρά, η δύναμη αυτών των ορεινών κοινωνιών είναι ότι συνδέονται με την «παράδοση ανταρσίας», όπως αναδεικνύεται από τη μελέτη του Σ. Δαμιανάκου. Αυτός ο δεσμός με την τοπικότητα διαρρηγνύεται στα χρόνια του Εμφυλίου. Όπως σωστά γράφει η Βερβενιώτη η ιστορία του ΔΣΕ είναι μια ιστορία μετακινήσεων. Θα μπορούσαμε όμως να πούμε ότι γενικά η ιστορία του ελληνικού εμφυλίου πολέμου είναι μια ιστορία μετακινήσεων. Ακόμη και αν λάβουμε υπόψη μας ότι πάντοτε οι άνθρωποι μετακινούνταν είναι αλήθεια ότι ποτέ άλλοτε δεν το έκαναν σε τέτοια έκταση, με τόση συχνότητα, σε τόσο αντίξοες συνθήκες όπως σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1940, από τον πόλεμο του 1940-41 μέχρι και λίγο μετά τη λήξη του Εμφυλίου.

Οι βίαιες μετακινήσεις ή οι μετακινήσεις λόγω της βίας του πολέμου αλλάζουν ριζικά τους ανθρώπους και την κοινωνία. Οι τοπικές κοινωνίες εξαρθρώνονται, διαλύονται, καθώς διαιρούνται από την εμφύλια διαμάχη, τα σπίτια και οι περιουσίες καταστρέφονται. Ο δεσμός των ανθρώπων με τον τόπο τους δοκιμάζεται, αποδυναμώνεται στα χρόνια του Εμφυλίου, ειδικά μετά την εκκένωση του πληθυσμού των ορεινών χωριών από το στρατό και τη συγκέντρωση του στις πόλεις. Οι λεγόμενοι «ανταρτόπληκτοι» που στοιβάζονται σε στρατόπεδα, παράγκες, αποθήκες, σχολεία σταδιακά χάνουν την τοπική αναφορά, η ζωή τους δεν εξαρτάται από τους ίδιους και τους συγχωριανούς τους αλλά από την πενιχρή κρατική βοήθεια.

Το βιβλίο κλείνει με τον επαναπατρισμό των εσωτερικών προσφύγων, των ανταρτόπληκτων στα χωριά τους μετά τη λήξη των εχθροπραξιών. Όπως γράφει η Βερβενιώτη, στην πραγματικότητα ο επαναπατρισμός ήταν η αρχή ενός εντελώς καινούργιου κεφαλαίου τόσο για τους ίδιους τους ανθρώπους όσο και για την κοινότητα. Οι άνθρωποι γυρίζουν στα χωριά τους, αλλά δεν παραμένουν εκεί πολλά χρόνια. Αλλά, ακόμη και όταν μένουν οι ίδιοι για να διαφυλάξουν συνήθως την περιουσία τους το συνηθέστερο είναι ότι τα παιδιά τους επιλέγουν κυρίως τις πόλεις. Αυτή η τάση μετεγκατάστασης στις πόλεις έχει ως αποτέλεσμα την εγκατάλειψη και την ερήμωση των ορεινών χωριών. Καθώς το βιβλίο τελειώνει, καταλαβαίνουμε ότι ο Εμφύλιος υπήρξε η αρχή της «μεταμόρφωσης της Ελλάδας», όπως την περιέγραψε ο Αμερικανός Ιστορικός William McNeill. Η Ελλάδα σταδιακά αλλά γρήγορα θα έπαυε να είναι μια αγροτική χώρα. Το βιβλίο της Τασούλας Βερβενιώτη μας εξηγεί πώς ήταν ο «παλαιός» κόσμος και πώς μεταμορφώθηκε, πώς οι άνθρωποι της υπαίθρου είδαν τη ζωή τους να αλλάζει ή, πιο σωστά, πώς κάποιοι προσπάθησαν να αλλάξουν τη ζωή τους.